ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ

ΤτΕ: Πτώση 11,7% στις τιμές κατοικιών το γ τριμηνο

image
ΤτΕ: Πτώση 11,7% στις τιμές κατοικιών το γ τριμηνο

Η ελληνική αγορά ακινήτων έχει εισέλθει σε τροχιά ύφεσης από το τέλος του 2008 και εξακολουθεί να συρρικνώνεται, καθώς παραµένουν αρνητικές οι µεσοπρόθεσµες προσδοκίες, αναφέρει η Τράπεζα της Ελλάδος στο πλαίσιο της ενδιάμεσης έκθεσης για τη νομισματική πολιτική.



Η σηµαντική αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης της ακίνητης περιουσίας τα τελευταία έτη και κυρίως το ασταθές οικονοµικό περιβάλλον της χώρας, αλλά και οι περιορισµοί από την πλευρά της τραπεζικής χρηµατοδότησης, έχουν σηµαντικό αντίκτυπο στην ελληνική κτηµαταγορά, εντείνοντας την ύφεση και δυσχεραίνοντας ακόµη περισσότερο την ανάκαµψή της.  



Σε όλη την περίοδο της τρέχουσας κρίσης η αγορά ακινήτων χαρακτηρίζεται από υπερβάλλουσα προσφορά, µε πολύ χαµηλή ζήτηση και σηµαντικό απόθεµα ακινήτων προς πώληση (ο αριθµός τους εκτιµάται περίπου στις 180.000).



Η αποκλιµάκωση των τιµών στην αγορά των κατοικιών συνεχίστηκε µε εντονότερο ρυθµό τους πρώτους εννέα µήνες του 2012. Ειδικότερα, µε βάση τα στοιχεία που συγκεντρώνονται από τα πιστωτικά ιδρύµατα, οι τιµές των διαµερισµάτων υποχώρησαν κατά 9,3%, 10,2% και 11,7% το α’, β’ και γ’ τρίµηνο του 2012 αντίστοιχα (αναθεωρηµένα στοιχεία), έναντι 3,7% το 2009, 4,7% το 2010 και 5,4% το 2011.



Μεγαλύτερη υποχώρηση των τιµών των κατοικιών στην περίοδο της κρίσης καταγράφεται µε βάση τις πληροφορίες που συγκεντρώνονται από τα κτηµατοµεσιτικά γραφεία.



Μάλιστα, µε βάση τα στοιχεία που συλλέγουν τα  υποκαταστήµατα της Τράπεζας της Ελλάδος κυρίως από µεσιτικά γραφεία, προκύπτει ότι οι τιµές των κατοικιών στις αστικές περιοχές της χώρας (εκτός της Αθήνας) υποχώρησαν κατά 2,9% το 2009, 6,7% το 2010, 7,5% το 2011, 10,3% το α’ τρίµηνο του 2012 και 11,5% το β’ τρίµηνο του 2012.



Η µείωση των τιµών των κατοικιών από την αρχή της τρέχουσας κρίσης και έως το τέλος του 2011 ήταν ταχύτερη για τα “παλαιά” διαµερίσµατα (ηλικίας άνω των 5 ετών: -4,8%, -5,0% και -5,7% το 2009, το 2010 και το 2011 αντίστοιχα) από ό,τι για τα “νέα” (ηλικίας έως 5 ετών: -2,0%, -4,2% και -4,9% το 2009, 2010 και το 2011 αντίστοιχα). Αυτό αντανακλά τη σχετικά µεγαλύτερη ανθεκτικότητα των τιµών των νεόδµητων διαµερισµάτων που κατά κανόνα διατίθενται προς πώληση από τους κατασκευαστές, η οποία ωστόσο φαίνεται να κάµπτεται µε βάση τα πιο πρόσφατα στοιχεία για το α’, β’ και γ’ τρίµηνο του 2012.



Από την ανάλυση των στοιχείων κατά γεωγραφική περιοχή προκύπτει ότι οι ονοµαστικές τιµές των διαµερισµάτων στην περίοδο της κρίσης (από το γ’ τρίµηνο του 2008 έως το γ’ τρίµηνο του 2012) µειώθηκαν ταχύτερα στη Θεσσαλονίκη (28,2%) έναντι της Αθήνας (23,9%) και κυρίως των άλλων µεγάλων πόλεων (22,0%). Επιπλέον, οι µεγαλύτερες υποχωρήσεις των ζητούµενων τιµών σηµειώθηκαν τόσο στις σχετικά πιο ακριβές περιοχές όσο και σε περιοχές µε ακίνητα µεγάλου εµβαδού. 



Κατά την περίοδο της κρίσης καταγράφεται στροφή του αγοραστικού ενδιαφέροντος των νοικοκυριών προς ακίνητα µικρότερου εµβαδού, σε µεσαίου κόστους περιοχές, παλαιότερα και κυρίως µικρότερης αξίας. Σηµειώνεται επίσης αύξηση του ποσοστού των συναλλαγών µε µετρητά και του µεριδίου των µετρητών στη συνολική χρηµατοδότηση της απόκτησης ακινήτων.



Οι πτωτικές πιέσεις στις τιµές είναι πιθανόν να συνεχιστούν και τα επόµενα τρίµηνα, µε περιορισµένο ωστόσο τον κίνδυνο απότοµης µεταβολής τους. Εκτιµάται πάντως ότι µετά τη συνεχή αποκλιµάκωση των τιµών τα τελευταία έτη η ελληνική αγορά ακινήτων πιθανότατα δεν παρουσιάζει χαρακτηριστικά σηµαντικής υπερτίµησης.



Δραματική συρρίκνωση της οικοδομικής δραστηριότητας



Συνεχίζεται η έντονη µείωση του όγκου της ιδιωτικής οικοδοµικής δραστηριότητας κατά 26,5% το 2009, 23,7% το 2010, 37,7% το 2011 και µε µέσο ετήσιο ρυθµό 23,0% τους πρώτους οκτώ µήνες του 2012 ενώ ανάλογη ήταν και η µείωση των επενδύσεων σε κατοικίες (-20,7%, -21,6%, -18,0% και -30,5% το 2009, το 2010, το 2011 και τους πρώτους έξι µήνες του 2012 αντίστοιχα). Ο αριθµός των απασχολουµένων στον κλάδο των κατασκευών µειώθηκε δραµατικά τα τελευταία τρία έτη.



Με βάση τα στοιχεία της Έρευνας Εργατικού ∆υναµικού της ΕΛΣΤΑΤ, ο συνολικός αριθµός απασχολουµένων στις κατασκευές από 399,3 χιλιάδες το β’ τρίµηνο του 2008 µειώθηκε στις 213,5 χιλιάδες το β’ τρίµηνο του 2012 (µείωση κατά 6,6% το 2009, 12,7% το 2010, 22,5% το 2011 και 18,3% το πρώτο εξάµηνο του 2012).



Εμπορικά ακίνητα



Ο κλάδος των εµπορικών ακινήτων (γραφεία, καταστήµατα, βιοµηχανικά κτίρια,  αποθηκευτικοί χώροι κ.λπ.) εµφανίζει περαιτέρω κάµψη τα δύο πρώτα τρίµηνα του 2012, µε σηµαντικές πιέσεις για επαναδιαπραγµάτευση και µείωση των ενοικίων, ιδίως σε συνοικιακά εµπορικά ακίνητα, σε αποθηκευτικούς χώρους και σε µη ανταγωνιστικά κτίρια γραφείων.



Σε όλη την περίοδο της τρέχουσας κρίσης, καταγράφονται:  µειούµενη ζήτηση επαγγελµατικών ακινήτων, µε στροφή των επιχειρήσεων προς φθηνότερη επαγγελµατική στέγη,  υπερβάλλουσα προσφορά µε αύξηση των κενών εµπορικών καταστηµάτων και γραφείων και   πτωτική τάση των τιµών. Οι µεταβιβάσεις στην αγορά αυτή έχουν µειωθεί σηµαντικά, ενώ έχουν αυξηθεί τα προσφερόµενα προς πώληση ή µίσθωση ακίνητα.



Επιπλέον, η περιορισµένη χρηµατοδότηση σε συνδυασµό µε τη γενικότερη αβεβαιότητα στο οικονοµικό περιβάλλον συντηρούν τη σχετική επιφυλακτικότητα ως προς την ανάπτυξη νέων επενδυτικών σχεδίων.



Η υποχώρηση των ενοικίων και η επαναδιαπραγµάτευση µισθωτηρίων συµβολαίων των επαγγελµατικών ακινήτων έχουν συµβάλει στη µείωση των ενοικίων που καταβάλλει το ∆ηµόσιο για τη στέγαση των υπηρεσιών του. Ειδικότερα, σύµφωνα µε τις εκτιµήσεις του Υπουργείου Οικονοµικών, το 2011 δαπανήθηκαν συνολικά 155,8 εκατοµµύρια ευρώ, που αφορούν συνολικά 2.639 συµβάσεις µίσθωσης, ενώ η αντίστοιχη δαπάνη είχε φθάσει τα 169,7 εκατ. ευρώ το 2010 και τα 178,1 εκατ. ευρώ το 2009 (µείωση κατά 8,2% το 2011 και 4,7% το 2010).



Εκτιµάται πάντως ότι ακόµη υπάρχουν σηµαντικά περιθώρια εξοικονόµησης πόρων για το ∆ηµόσιο από τη µείωση της δαπάνης για µισθώµατα, µε τη µετεγκατάσταση υπηρεσιών του από ενοικιαζόµενα κτίρια σε ιδιόκτητα τα οποία παραµένουν αναξιοποίητα.



Η προοπτική ανάκαµψης της αγοράς ακινήτων εξαρτάται, µεταξύ άλλων, από τη βελτίωση των προσδοκιών των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, τη βελτίωση των συνθηκών χρηµατοδότησης από το τραπεζικό σύστηµα, καθώς και από τον περιορισµό της αβεβαιότητας, την ενίσχυση των προοπτικών ανάκαµψης της ελληνικής οικονοµίας και τη µείωση της φορολογικής επιβάρυνσης των ακινήτων.




Πηγή


Κατηγορία δημοσίευσης : Νέα, Από την αγορά των ακινήτων
Ημερομηνία δημοσίευσης : 03/12/2012
 
επιστροφή